Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Αφορολόγητο το ¨μαύρο¨ χρήμα;

Γράφτηκε πρόσφατα ότι οι καταθέσεις των Ελλήνων στις ελβετικές τράπεζες φθάνουν στο αστρονομικό ποσό των 600 δισ. ευρώ και ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2010 «διέρρευσαν» από τις ελληνικές τράπεζες σε τράπεζες του εξωτερικού 29 δισ. Ευρώ. Λέγεται μάλιστα ότι οι ελληνικές αρχές έχουν ήδη στα χέρια τους λίστες Ελλήνων που έχουν καταθέσεις σε διάφορες χώρες του εξωτερικού και το Υπ. Οικονομικών δηλώνει ότι διενεργείται έλεγχος που επικεντρώνεται σε πρώτη φάση στους φορολογούμενους που δεν έχουν δηλώσει στην εφορία τους τόκους που απέκτησαν και σε δεύτερη φάση στον έλεγχο του αν οι καταθέσεις καλύπτονται από τα εισοδήματα που δηλώθηκαν τα τελευταία έτη. Στις περιπτώσεις μάλιστα που εντοπισθούν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των καταθέσεων και των εισοδημάτων που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις, ο έλεγχος θα προχωρήσει σε βάθος.Βέβαια, το εγχείρημα αυτό, που θυμίζει προσπάθεια επιστροφής του χρυσόμαλλου δέρατος είναι πολύ δύσκολο, πρώτον εξαιτίας του ισχύοντος φορολογικού καθεστώτος και δεύτερον εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας του ελεγκτικού μηχανισμού.Την αδυναμία του θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου τη γνωρίζουν καλά οι ¨ατσίδες¨ της οργανωμένης φοροδιαφυγής , αν κρίνει κανείς από την απροθυμία των καταθετών να επαναφέρουν στην Ελλάδα τα κεφάλαια που έχουν στο εξωτερικό. Η προθεσμία που προέβλεπε τη δήλωση επαναπατρισμού των κεφαλαίων έληξε στις 31.12.2010 και η σοδειά ήταν πενιχρή, αφού επαναπατρίστηκαν κεφάλαια 405 εκατ. Ευρώ, τα οποία απέφεραν στα κρατικά ταμεία έσοδα της τάξης των 23 εκατ. Ήδη με το πρόσφατο νομοσχέδιο δόθηκε μια ακόμα ευκαιρία επαναπατρισμού έως 30/9/2011 μαζί με τα τραπεζικά προϊόντα , τις μετοχές, τα μερίσματα κ.λπ. με συντελεστή φορολόγησης ποσοστού 8%.Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το Υπ. Οικονομικών έκλεισε τα νομοθετικά κενά τα οποία δεν αφήνουν το κράτος να φορολογεί το «μαύρο χρήμα», δηλαδή τα έσοδα των φυσικών προσώπων που δε δικαιολογούνται από εμφανείς και νόμιμες πηγές, ώστε τα πολύ σημαντικά ευρήματα των ελέγχων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος σε τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτικών προσώπων, επωνύμων ελευθέρων επαγγελματιών, επιχειρηματιών και λοιπών φορολογουμένων να μην αξιοποιούνται .Και αυτό γιατί σύμφωνα με εγκύκλιο που είχε εκδώσει πριν από 5,5 χρόνια το υπουργείο Οικονομικών, με υφυπουργό τον κ. Μπέζα, έγινε δεκτή η άποψη ότι «στην περίπτωση που δεν υπάρχουν φορολογικές παραβάσεις, τα έσοδα που δε δικαιολογούνται από εμφανείς πηγές (εισόδημα, δωρεές, δάνεια, κέρδη από λαχεία κ.λπ.) δεν αποτελούν εισόδημα κατά την φορολογική έννοια οπότε δεν υπόκεινται και σε φορολογία».Την εγκύκλιο αυτή , στα τέλη Μαρτίου 2010, ο σημερινός Υπουργός Οικονομικών την ανακάλεσε, με το σκεπτικό ότι δινόταν η δυνατότητα απαλλαγής από κάθε φορολογική υποχρέωση για εισοδήματα που εντοπίζονταν κατά το έλεγχο και τα οποία δεν είχαν δηλωθεί ποτέ στις φορολογικές αρχές, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί σε καμιά άλλη ενέργεια προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του πολύ σημαντικού νομοθετικού κενού που εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την ανάκληση της εγκυκλίου.Ρητή λοιπόν διάταξη που να προβλέπει ότι σε περίπτωση που εντοπίζεται φυσικό πρόσωπο να κατέχει κεφάλαια που δεν αποδεικνύεται ότι προέρχονται από νόμιμα εισοδήματα ή έσοδα και καθίσταται αδύνατο από τις φορολογικές αρχές να τεκμηριώσουν ότι τα κεφάλαια αυτά προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες (εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, ληστείες, υπεξαιρέσεις, απάτες κ.λπ.), το βάρος της απόδειξης για την νομιμότητα της προέλευσης των κεφαλαίων να πέφτει στο ίδιο το φυσικό πρόσωπο και αν το ίδιο το φυσικό πρόσωπο δεν κατορθώνει να αποδείξει τη νομιμότητα της προέλευσης των κεφαλαίων, αυτά να θεωρούνται εισόδημα και να φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, δηλαδή με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων δεν υπάρχει και είναι πολύ πιθανόν να δημιουργηθούν προβλήματα στα σημαντικά ευρήματα του ΣΔΟΕ.Στη δύσκολη περίοδο που περνάει η χώρα μας η προσπάθεια που καταβάλλουν οι ελεγκτικές αρχές για τον εντοπισμό και την φορολόγηση των αδήλωτων εισοδημάτων αποτελεί για τα μόνιμα υποζύγια των φορολογικών εσόδων που είναι οι χαμηλόμισθοι και οι μικροεπαγγελματίες τη μοναδική ελπίδα για την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης και την εκτέλεση του προϋπολογισμού ιδιαίτερα στο σκέλος των φορολογικών εσόδων.Κάθε αποτυχία θα αποτελέσει την πιθανή θρυαλλίδα για κοινωνική αναστάτωση και απρόβλεπτες συνέπειες για την ομαλή ζωή του τόπου.